Βιογραφία

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

Γεννήθηκα στην Ελλάδα, μια γη, όπου οι μύθοι ζουν κάτω από κάθε πέτρα και μιλούν με τη φωνή των κυμάτων. Οι κοντινοί μου πρόγονοι ζούσαν στα μέρη του Ολύμπου κι ως παιδί άκουσα από αυτούς ιστορίες, στις οποίες το πραγματικό και το φανταστικό ήταν συχνά αλληλένδετα. Αυτές οι διηγήσεις φάνταζαν στην παιδική μου ψυχή μου θαυμαστές, κι ενίοτε ανησυχητικές, σαν το φροϋδικό ανοίκειο, μολονότι ο Φρόυντ κι η υπερρεαλιστική τέχνη ήρθαν στη ζωή μου πολύ αργότερα. Ωστόσο, η τύχη θέλησε να γίνουν πολύ νωρίς κάποιες συναντήσεις, που ίσως καθόρισαν το βλέμμα μου στην τέχνη. Αναφέρομαι στη συνάντηση με τη φωτογραφία – μεγάλωσα σε περιβάλλον φωτογράφων-,  την ποίηση, στα δέκα μου χρόνια μου χάρισαν δύο τόμους με ποιήματα του Καβάφη, αλλά και τη θάλασσα και το φως του Αιγαίου, που ευλόγησαν τα παιδικά κι εφηβικά μου καλοκαίρια.

Σπούδασα Φιλοσοφία και Ψυχολογία στην Ελλάδα, το μεταπτυχιακό μου είχε σχέση κυρίως με τη Φιλοσοφία της Τέχνης. Στάθηκα τυχερή να συναντήσω στο δρόμο μου πολύ καλούς δασκάλους. Από τον δάσκαλό μου στο Δημοτικό κύριο Αλέξανδρο Κέλλα, που μου έδειξε εμπιστοσύνη από παιδί, και την καθηγήτρια μου στο Λύκειο κυρία Βάσω Γώγου, στην οποία οφείλω τα πρώτα μου ακούσματα για διανοητές, όπως οι Σίγκμουντ Φρόυντ και Έριχ Φρόμμ, ως τους καθηγητές μου στο μεταπτυχιακό φιλοσοφίας  την κυρία Θεόπη Παρισάκη, τον κύριο Γεράσιμο Βώκο, και τον κύριο Παύλο Καϊμάκη που διεύρυναν τους ορίζοντες μου για τη ζωή και την τέχνη. Φωτογραφίζω από παιδί, αλλά κυρίως από τα φοιτητικά μου χρόνια. Το 2004 έζησα για πρώτη φορά στο Παρίσι, όταν με το πρόγραμμα Erasmus βρέθηκα στη Σορβόννη για ένα εξάμηνο μεταπτυχιακών σεμιναρίων στη φιλοσοφία της τέχνης. Επέστρεψα ξανά σ’αυτήν την πόλη το 2007, κι έμεινα εκεί ως το 2013. 

Το Παρίσι ήταν ακόμη ένας σταθμός στο δρόμο μου για την τέχνη. Σ’ αυτήν την πόλη, με την επιβλητική κι ενίοτε αινιγματική ομορφιά, όπου πραγματοποίησα τη διδακτορική μου διατριβή στην Αισθητική, με θέμα για το υπερρεαλιστικό φαντασιακό και τη φωτογραφία, ένιωσα την ανάγκη να φωτογραφίζω πιο συστηματικά. Η γνωριμία με τη μοντέρνα και σύγχρονη τέχνη, την υπερρεαλιστική ζωγραφική και φωτογραφία μεταξύ άλλων, κι η «συνάντηση» με την τέχνη των Αυστραλών Αβοριγίνων –τη ζωγραφική των Dreamings, την Αφρικανική τέχνη -μάσκες, αγαλματίδια, και την τέχνη των Ινδιάνων της Αμερικής στα παρισινά μουσεία, μου άνοιξαν νέους αισθητικούς ορίζοντες. « Η Νίκη της Σαμοθράκης » στο Λούβρο, με τα γιγάντια φτερά της, μου κατέστησε φανερή τη συγκίνηση και τη δύναμη που σου μεταδίδει το σημαντικό έργο τέχνης. Οι φίλοι και συνάδελφοι, καλλιτέχνες και θεωρητικοί, αλλά και οι διανοητές που είχα την τύχη να ακούσω σε διαλέξεις, ενδυνάμωσαν το δρόμο στην τέχνη.


Μια καθοριστική συνάντηση σ’αυτήν την πορεία, πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 2011 στην Αθήνα, όταν γνώρισα ένα σπάνιο άνθρωπο, κι έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες ποιητές, τον Νάνο Βαλαωρίτη. Ο ίδιος, κοσμοπολίτης, ανήκε στον ελληνικό λογοτεχνικό υπερρεαλιστικό κύκλο, και ήταν φίλος, μαζί με την σύζυγό του, την αξιοθαύμαστη Αμερικανίδα ζωγράφο, Marie Wilson, του André Breton, κι άλλων καλλιτεχνών και ποιητών του παρισινού υπερρεαλιστικού κύκλου του 1950. Με αφορμή μια συνέντευξη για τον υπερρεαλισμό για τις ανάγκες της έρευνάς μου, είχα την τύχη και την ιδιαίτερη χαρά να γνωρίσω από κοντά τη μεγαλοφυΐα του Νάνου Βαλαωρίτη, αλλά και μια απλότητα, μια ευγένεια και μια γενναιοδωρία, που σπανίζουν στην εποχή μας. Με τίμησε με τη φιλία του, και την εμπιστοσύνη του για τα πορτραίτα που του δημιούργησα, όταν επισκεπτόμουν αυτόν και την οικογένειά του, οικογένεια κυρίως ζωγράφων, στην Αθήνα. Ο ίδιος ήταν κι εικαστικός καλλιτέχνης. Ορισμένα από αυτά τα πορτραίτα έχουν παρουσιαστεί ήδη σε εκθέσεις.


Ο Νάνος Βαλαωρίτης ήταν ο άνθρωπος στον οποίο Τόλμησα κάποια στιγμή να δείξω φωτογραφίες μου. Είχε την υπομονή και την ευγένεια να δει τα έργα μου, και να με βοηθήσει και μένα να τα αντιληφτώ καλύτερα. Μου μίλησε για τις « επιφάνειες» (epiphanies), μια τεχνική γραφής, του Iρλανδού λογοτέχνη James Joyce και τη συγγένεια τους με τον τρόπο που φωτογραφίζω, δηλαδή τις νέες φανερώσεις που δημιουργούνται στο θεατή από τη θέαση μιας φωτογραφίας. Μου υπογράμμισε το Υπερρεαλιστικό βλέμμα στην δουλειά μου, αλλά και επιρροές από την Αφαίρεση και το Ρομαντισμό ενίοτε. Με ενθάρρυνε να συνεχίσω και να παρουσιάσω τα έργα μου σε εκθέσεις. Αισθάνομαι μεγάλη ευγνωμοσύνη. Η πρώτη μου ατομική έκθεση φωτογραφίας στην Αθήνα το 2015 είχε τον τίτλο Επιφάνειες (Epiphanies). 


Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές και στοχάζομαι το παρελθόν, βλέπω πως οι φωτογραφίες μου, δημιουργούνταν κυρίως την περίοδο έρευνας και συγγραφής της διδακτορικής μου διατριβής. Μια παράλληλη πορεία εικόνων και σκέψεων. Και μόνο όταν απελευθερώθηκα από τις ανάγκες αυτής της πολυετούς εργασίας, κατάφερα να ασχοληθώ περισσότερο με το φωτογραφικό μου έργο. Βλέπω επίσης ότι χρειαζόμουν τον απαραίτητο εκείνο χρόνο για να ωριμάσουν μέσα μου πράγματα και να γίνουν εικόνες.


Αρκετά έργα μου, έτοιμα από καιρό, περιμένουν την κατάλληλη συγκυρία, ανθρώπους και χώρους, για να επικοινωνήσουν με τους θεατές, κι άλλα έργα βρίσκονται σε εξέλιξη.

ΠΩΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΖΩ

Στο φωτογραφικό μου έργο με ενδιαφέρει η ποιητική κι αινιγματική όψη του ανθρώπου και του κόσμου. Μια έμμεση ή πιο άμεση αναφορά στην ανθρώπινη συνθήκη. Η έκφραση μαγικού ρεαλισμού ή αυτοματισμού είναι κάτι που προκύπτει συχνά στις εικόνες που δημιουργώ, χωρίς να το αναζητώ συνειδητά.

Φωτογραφίζω, συχνά, αντικείμενα που έχουν σχέση με το πέρασμα του χρόνου, παλιά αντικείμενα, αναζητώντας να αφουγκραστώ την αύρα που αποπνέουν, και την ιστορία που διηγούνται σιωπηλά. Μου αρέσει επίσης να δημιουργώ πορτραίτα ανθρώπων που γνωρίζω, ή, πιο σπάνια, κι ανθρώπων που δεν γνωρίζω, αλλά με εμπνέουν να τoυς κοιτάξω μέσα από τον φωτογραφικό φακό. Η φύση, προσελκύει κι αυτή το βλέμμα μου, το νερό, τα φύλλα, η πέτρα, ο ουρανός. Μου αρέσει να «παίζω» με τα χρώματά και την υφή τους και να δημιουργώ αφαιρετικές προσεγγίσεις. Τα αλληγορικά τοπία με απασχολούν εξίσου. Το φως με ενδιαφέρει στη δουλειά μου. Όπως επίσης κι οι έννοιες της μεταμόρφωσης και του τυχαίου.

Δεν αναζητώ το θέμα μου. Το συναντώ αναπάντεχα. Και τότε «επιστρέφω» με τη φωτογραφική μηχανή. Βλέπω διαφορετικά μέσα από το φακό. Τελευταία το θέμα γεννιέται ως αυτόματη, αυθόρμητη δηλαδή, σκέψη στο νου. Είναι ιδέες που περιμένουν να υλοποιηθούν…

Η εξωτερική πραγματικότητα αποτελεί για μένα τον καμβά, όπου αποτυπώνονται οι δονήσεις της ψυχής, το όνειρο, το ασυνείδητο, η μυθολογία. Το φωτογραφικό μου έργο το βλέπω ως έναν ασυνείδητο τρόπο έκφρασης μιας εσωτερικότητας, όχι απαραίτητα ατομικής, αλλά και συλλογικής, κατά κάποιον τρόπο. Πιστεύω ότι σε μια μορφή τέχνης μπορούν να συνυπάρξουν κι άλλες. Έτσι ένα φωτογραφικό έργο, μπορεί να μοιάζει με ζωγραφικό πίνακα ή ποίημα, ή το αντίστροφο.

Με ενδιαφέρει οι φωτογραφίες μου να εκφράζουν μια σχέση πραγματικού- φαντασιακού, συνειδητού- ασυνείδητου. Το συνειρμό στη δουλειά μου, επίσης, δεν τον επιδιώκω. Προκύπτει. Πιστεύω ότι ο συνειρμός είναι κι αυτός ένας τρόπος για να φτάσει ο θεατής σε μια προσωπική α-λήθεια. Σε κάποιες πιο ρεαλιστικές φωτογραφίες, με ενδιαφέρει να συνυπάρχει το αίνιγμα, η αλληγορία, μια ποιητική ατμόσφαιρα. Τα πιο αφαιρετικά έργα με απασχολούν επίσης.
Αμαλία,                         


Ιανουάριος 2020
Copyright © 2020 Amalia Liakou. All rights reserved. Created by AtMedia.gr